Τα ελληνικά μπαρμπέρικα

Τα ελληνικά μπαρμπέρικα μπορεί να φέρνουν στο μυαλό σκηνή από τις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες (τις παλιές), αλλά έχουν μια ιστορία που κρατά από την αρχαιότητα. Μια ιστορία που υφαίνεται παράλληλα με την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, προσαρμοζόμενη κάθε φορά στη μόδα και στις τάσεις της εποχής. «Τον 19ο αιώνα, στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, το κουρείο δεν το είχαν για καλλωπισμό, πήγαιναν για να γίνουν πιο άντρες. Γιατί το αντριλίκι τι ήταν; Nα αλείφουν με λίπος τα μαλλιά -τότε οι κρεοπώλες είχαν μεγάλη πέραση, θεωρούνταν πολύ άντρες-, δηλαδή όσο πιο πολλή βρόμα, τόσο πιο πολύ αντριλίκι. Μετά ήταν οι μουστάκες οι μεγάλες, ξέρετε, όπως ήταν οι αγωνιστές της Επανάστασης. Αλλά όταν ήρθε ο Όθωνας κόντυνε το μαλλί, γιατί ο κόσμος πάντα ακολουθεί τη μόδα της άρχουσας τάξης. Κόπηκε το μαλλί, έγινε κοντό, άρχισε ο καλλωπισμός, κι ενώ παλιότερα θεωρούνταν θηλυπρεπείς όσοι καλλωπίζονταν, τότε ήταν πολύ της μόδας».

 

Μια κοινωνιολογική-λογοτεχνική έρευνα

Μια εξαντλητική κοινωνιολογική-λογοτεχνική έρευνα και καταγραφή των παραδοσιακών, παλαιών, αλλά και των μοντέρνων μπαρμπέρηδων. Σημείο αναφοράς στο οικοδομικό τετράγωνο που καταλάμβαναν, τα μπαρμπέρικα αποτέλεσαν από την αρχή ζωηρές εστίες κοινωνικών, πολιτικών και πάσης φύσεως ανδρικών συζητήσεων, παίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ανδρικής κουλτούρας της εποχής. «Τα κουρεία ήταν ό,τι είναι σήμερα η καφετέρια, όπου πάνε τα νέα παιδιά και λένε τα δικά τους, μιλάνε την αργκό τους. Έτσι πηγαίνανε στο κουρείο, ήταν τόπος κοινωνικής συναναστροφής και ψυχαγωγίας, και στην Αθήνα αλλά και στην επαρχία. Λέγανε τα νέα, μιλούσαν για πολιτική.Πριν βγει ο κάθε πολιτικός ήξεραν τι ποσοστό θα πάρει, είχαν κάνει σφυγμομετρήσεις μέσα στο κουρείο. Μιλάγανε για το πόσο θα δώσουν τη σοδειά – ό,τι τους απασχολούσε το συζητούσαν μέσα στο κουρείο».


Παραδοσιακό ξύρισμα με τη φαλτσέτα, περιποίηση γενειάδας με αρώματα που ταξιδεύουν τις αισθήσεις δεκαετίες πίσω. Το παραδοσιακό μπαρμπέρικο επανέρχεται δυναμικά στη Ρόδο και οι άνδρες πλέον λένε «απεταξάμην» στα γυναικεία κομμωτήρια, που από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα αποτελούσαν τη μόνη διέξοδο για να κουρευτούν.